Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Η πρότασή μας για την κοινωνική ασφάλιση

Ξεκινάμε έγκαιρα τη συζήτηση για την κοινωνική ασφάλιση, ώστε να προσφέρουμε μια εναλλακτική πρόταση για το νομοσχέδιο, που κατέθεσε η Κυβέρνηση.

Η κοινωνική ασφάλιση χωρίζεται σε δυο μεγάλες κατηγορίες:
1. Την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη
2. Την ασφάλιση για συνταξιοδότηση και πρόσθετες παροχές (εφάπαξ, επικουρική σύνταξη).

1. Για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη η χρηματοδότηση πρέπει να είναι τριμερής (κράτος, εργοδότης, ασφαλισμένος) και να παρέχεται από ένα ασφαλιστικό φορέα. Όταν ο ασφαλισμένος είναι αυτοαπασχολούμενος ή δεν εργάζεται τότε η χρηματοδότηση θα είναι διμερής (κράτος, ασφαλισμένος). Δηλαδή προτείνουμε ένα Ταμείο για όλους τους Έλληνες το οποίο θα ονομαστεί Ταμείο Ασφάλισης Υγείας. Στο Ταμείο αυτό θα καταβάλουν εισφορές όλοι οι Έλληνες πολίτες, αλλά και όσοι διαμένουν μόνιμα στη χώρα μας πάνω από 3 μήνες. Η ασφάλιση αυτή θα αποδεικνύεται από την Κάρτα Ασφάλισης Υγείας, με την οποία κάθε πολίτης θα έχει πρόσβαση σε όλες τις Υπηρεσίες Υγείας αυτής της χώρας και στο εξωτερικό, εφόσον απαιτηθεί, μετά από σχετική έγκριση του φορέα.

Το Ταμείο Ασφάλισης Υγείας θα είναι ΝΠΔΔ, δεν θα υπάγεται στο αντίστοιχο Υπουργείο, αλλά θα λειτουργεί ανεξάρτητα, υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και θα διοικείται από μια Διοίκηση, που θα επιλέγεται από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία 2/3.

Περισσότερα για το Σύστημα Υγείας θα συζητήσουμε στην αντίστοιχη πρόταση.

2. Το συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας θα χωρίζεται σε 3 ανεξάρτητες κατηγορίες:

α. Την βασική ενιαία εθνική σύνταξη, η οποία θα παρέχεται από το κράτος σε όλους τους Έλληνες πολίτες, εφόσον συμπληρώσουν το 65ο της ηλικίας ή εφόσον έχουν μόνιμη αναπηρία η οποία τους μποδίζει να εργαστούν ή εφόσον είναι αποδεδειγμένα άνεργοι, χωρίς δική τους υπαιτιότητα και η αρμόδια Υπηρεσία Εξασφάλισης Απασχόλησης δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει μια θέση εργασίας, αντίστοιχη των δυνατοτήτων τους, για διάστημα που ξεπερνά το 1 έτος.

Την βασική σύνταξη θα λαμβάνουν ολόκληρη όσοι Έλληνες πολίτες δεν έχουν άλλες πηγές εισοδήματος, που να ξεπερνούν το 150% της εκάστοτε βασικής σύνταξης. Ποσοστό της βασικής σύνταξης θα λαμβάνουν όσοι έχουν εισόδημα που δεν ξεπερνά το 250% της βασικής σύνταξης, έτσι ώστε το άθροισμα του εισοδήματός τους και της βασικής σύνταξης να μην ξεπερνά το 250% της βασικής σύνταξης. Για παράδειγμα ένας δικαιούχος που έχει εισόδημα μέχρι 600 ευρώ θα πάρει ολόκληρη τη βασική σύνταξη (400 ευρώ), ένας άλλος που έχει εισόδημα 800 ευρώ θα πάρει από τη βασική σύνταξη 200, ώστε το άθροισμα να μην ξεπερνά τα 1000 ευρώ.

Η Βασική ενιαία εθνική σύνταξη προτείνουμε να κατοχυρωθεί και συνταγματικά.

β. Την κύρια σύνταξη. Η κύρια σύνταξη θα παρέχεται από 3 ανεξάρτητους φορείς ασφάλισης (δημόσιοι υπάλληλοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι, αυτοαπασχολούμενοι), οι οποίοι δεν θα υπάγονται στο αντίστοιχο Υπουργείο και θα λειτουργούν ανταποδοτικά και με βάση τις αρχές των αντίστοιχων ιδιωτικών. Οι φορείς αυτοί θα εποπτεύονται και θα ελέγχονται από το Ελεγκτικό συνέδριο και την Τράπεζα της Ελλάδος και θα διοικούνται από ένα ΔΣ που θα επιλέγεται κατά το 1/3 από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία 2/3, και τα άλλα 2/3 θα εκλέγονται από τους σφαλισμένους μέσω δημόσιας ψηφοφορίας με κάλπες που θα στήνονται στα κατά τόπους παραρτήματα των φορέων αυτών. Οι οργανισμοί θα είναι υποχρεωμένοι να δημοσιεύουν ισολογισμούς σε ετήσια βάση, όπως και αναλογιστικές μελέτες με βάθος 30 ετών.

Κάθε εργαζόμενος κατά την πρώτη ασφάλισή του θα υπογράφει συμβόλαιο με τον αντίστοιχο φορέα το οποίο θα περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις του απέναντι στο φορέα και τις αντίστοιχες παροχές που θα έχει απ' αυτόν.

Οι υποχρεώσεις κάθε ασφαλισμένου σε οποιονδήποτε από τους τρεις φορείς θα πρέπει να είναι ίδιες για ίδιες παροχές. Με τον τρόπο αυτό ένας ασφαλισμένος θα μπορεί να διακόψει την ασφάλισή του σε έναν από τους φορείς και να τις μεταφέρει σε έναν άλλο και να συνεχίσει την ασφάλισή του διατηρώντας πλήρως τα δικαιώματά του (συνεχιζόμενη ασφάλιση).

Η χρηματοδότηση της ασφάλισης για κύρια σύνταξη θα είναι διμερής για τους ετεροαπασχολούμενους (εργοδότης, εργαζόμενος) και μονομερής για τους αυτοαπασχολούμενους, και θα είναι πλήρως ανταποδοτική. Δηλαδή κάθε ασφαλισμένος θα πρέπει να παίρνει πίσω τα χρήματα που κατέθεσε σε βάθος 25 ετών από την ημέρα συνταξιοδότησής του, άτοκα. Οι τόκοι θα χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν τα έξοδα λειτουργίας των Ταμείων και την περίπτωση που κάποιοι ασφαλισμένοι συνεχίσουν να συνταξιοδοτούνται πέραν των 25 ετών, από την ημέρα συνταξιοδότησής τους.

Για να συνταξιοδοτηθεί ένας ασφαλισμένος θα πρέπει να έχει συμπληρώσει το 58 έτος της ηλικίας του για όσους εργάζονται σε βαριά κι ανθυγιεινά επαγγέλματα, το 60 έτος για όσους εργάζονται σε βαριά επαγγέλματα και το 65 για τους υπόλοιπους. Τα χρόνια ασφάλισης παίζουν ρόλο μόνο στον υπολογισμό του ύψους της σύνταξης και όχι στην θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Δηλαδή εφόσον κάποιος συμπληρώσει το όριο ηλικίας θα λαμβάνει σύνταξη ανάλογη με τα χρήματα που κατέθεσε στο Ταμείο, ακόμη κι αν αυτά είναι λίγα (πχ 5).

Οι όροι ασφάλισης θα είναι σταθεροί για κάθε ασφαλισμένο αντίστοιχοι του ασφαλιστικού συμβόλαιο, που υπέγραψε κατά την αρχική ασφάλισή του. Ούτε το κράτος ούτε ο ασφαλιστικός φορέας μονομερώς δεν θα μπορούν να επέμβουν και να αλλάξει τους όρους αυτούς.

γ. Η πρόσθετες παροχές (εφάπαξ, επικουρική σύνταξη). Εφόσον κάποιος το επιθυμεί θα μπορεί να ασφαλιστεί ώστε ν' αποκτήσει πρόσθετες παροχές, πέραν της βασικής σύνταξης. Τις παροχές αυτές μπορεί να τις εξασφαλίσει συνάπτοντας ασφαλιστικό συμβόλαιο με το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης, το οποίο θα είναι ίδιας μορφής και οργάνωσης με αυτά της κύριας σύνταξης, ή με οποιοδήποτε ιδιωτικό ασφαλιστικό φορέα.

Η ασφάλιση πρόσθετων παροχών θα είναι πλήρως ανταποδοτική και θα διέπεται από τους όρους, που θα υπογράψει ο ασφαλισμένος με τον ασφαλιστικό φορέα. η χρηματοδότηση θα είναι μονομερής, από τον ασφαλισμένο, ή και διμερής εφόσον υπάρξει τέτοια συμφωνία με τον εργοδότη, οπότε θα συνυπογράφει το αντίστοιχο συμβόλαιο.

Ο ασφαλισμένος θα δικαιούται μετά την παρέλευση κάποιου αρχικού χρόνου (πχ. 5 έτη) να μεταφέρει τα ασφαλιστικά του δικαιώματα σε άλλον φορέα, εφόσον το επιθυμεί παίρνοντας στην περίπτωση αυτή το κεφάλαιο που κατέθεσε μέχρι τότε συν το συμφωνημένο τόκο. Η μεταφορά των χρημάτων θα μπορεί να γίνει από φορέα σε φορέα και δεν θα μπορεί ο ασφαλισμένος να εισπράξει τα χρήματα αυτά παρά μόνο αν συμπληρώσει το χρόνο που προβλέπεται από το συμβόλαιο, που υπέγραψε. (Το θέμα αυτό είναι πολύπλοκο και χρειάζεται περαιτέρω μελέτη).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου